Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Το κοριτσι που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης και το αγορι που ζουσε στο βουνο

Μια φορα και εναν καιρο ηταν μια μικρη μελαγχολικη κοπελα που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης. Η χρυση λιμνη δεν ειχε πατο, ουτε και κανονικο νερο, δεν ειχε αλλους ζωντανους οργανισμους. Ειχε μονο το μικρο κοριτσι. Το μικρο κοριτσι καθε μερα , επαιρνε τα πινελα του και ζωγραφιζε τον κοσμο .


Εβγαινε ο ηλιος και , εβγαινε και το κοριτσακι απο τον πατο της λιμνης και μετα πινελα της εφτιαχνε πρασινο το γρασιδι , καφε τους κορμους των δεντρων λευκα τα κουνελακια που ζουσαν στην λιμνη, γκρι, καφε τα πουλια και πουα ολα τα υπολοιπα ζωακια.

Το μονο που δεν μπορουσε να ζωγραφισει ηταν καποιος να της κραταει συντροφια. Το μονο που εκανε ηταν να καθρευτιζεται στην λιμνη . Καμια φορα δε, μιλουσε στο ειδωλο της λεγοντας της κυριως τα νεα της μερας της. Ειχε γινει φιλη με το ειδωλο της και μαλιστα της ειχε δωσει και ονομα, την έλεγαν Χρυσούλα !

Η Χρυσουλα ήταν φοβερη , καταπληκτικη φιλη, υπακουη, συνηθως χαμογελουσε οταν ηταν μαζι με το κοριτσακι που ζυσε στον πατο της χρυσης λιμνης . Γελουσε παντα με τα αστεια της και η αληθεια ειναι πως ειχε τα ομορφοτερα μαλλια στον κοσμο. Μόνο που ακομα και τις ωρες που ήταν εκει μαζι με την Χρυσουλα, το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης ενιωθε μια απεραντη μοναξια.

Όταν έπεφτε ο ήλιος , ξαναγυριζε στον πατο της λιμνης , εφτιαχνς φαγητο, συνηθως κουλουρακια και χυμο ροδι, ξεκουραζοταν και επλεκε κασκολ με παραστασεις παιδιων που επαιζαν , χορευαν και φροντιζαν τα ζωακια του δασους.

Άλλοτε παλι στην προσπαθεια της να γεμίζει τον χρόνο της , σκαλιζε παιχνίδια και απο ξύλο και χρώμα. Είχε φτιάξει μια μεγαλη σβουρα και ενα παιχνίδι για μουσική, σαν ξυλόφωνο και μια αλλη, κατι σαν αυλο, ηταν μαλιστα φουξια. Α! για να ξερεις οτι αρεσε στο κοριτσακι απο τον πατο της χρυσης λιμνης ηταν φουξια, και τα μαλλια της ήταν και ο αγαπημένος της χυμός ρόδι, φουξια κι αυτος!

Μια μέρα εκεί που σκάλιζε να φτιάξει ενα ξυλινο καραβάκι, σκεφτηκε: << Θα φτιάξω μια φίλη. Μια αληθινή φίλη και θα την βαψω με τα χρώματα της ζωης, και θα ναι ζωντανη και θα ναι η φιλη μου! Δεν θα μαι πια μονη. >> Δουλεψε σκληρα τρεις μερες και τρεις νυχτες . Σκαλισε στο ξύλο όλα τα σχέδια . Εφτιαξε ρουχα, παπουτσια, στολιδια, χανδρες και κοσμηματα και ολα αυτα που μπορουσαν να στολισουν την υπεροχη φιλη της

<<Ηρθε η ωρα>> σκεφτηκε. Παιρνει τα χρωματα της ζωης και αρχισε να χρωματιζει το ξυλο. της εφτιαξε μαλλια στο χρώμα του ηλιου, ματια στο χρωμα της λιμνης , ενα πρασινο φορεμα σαν γρασιδι και την εβαλε ενα κολιε φτιαγενο απο τα καλυτερα κερασια του δασους.

<< Θεε μου εγινε τοσο ομορφη!>> σκεφτηκε. Η Χρυσουλα ομως ειχε ενα μεινεκτημα, δεν μιλουσε!

Η Χρυσουλα καθοταν ολη μερα διπλα στο παραθυρο και περιμενε το κοριτσι που ζουσε στον πατο της λιμνης να γυρισει απο την ζωγραφική της που εδινε ζωη στο δασους γυρω απο την λιμνη. Όταν γυριζε στο σπιτι το βραδυ, ετρωγαν μαζι, συνηθως κουλουρακια και χυμο ροδι, ξερεις η Χρυσουλα λατρευε τον χυμο ροδι, συζητουσαν, τραγουδουσαν, χορευαν και εκαναν μακρινα ταξιδια με το μυαλο, στα αρχαια χρονια, τοτε που το δασος ήταν νεαρο, ή στο μελλον που το δασος ήταν εξωγηινο.

Ομως κατι ελειπε. Αυτην τη φορα, η Χρυσουλα ήταν που στεναχωριόταν.

Ένα βραδυ, η Χρυσουλα, αρχισε να κλαιει, . Ετρεχαν τοσα δακρυα απο τα ματια της που αρχισαν να σβηνουν τα χρωματα της. Σε λιγο μόλις χρόνο , ολα τα δακρυα ειχαν σβησει σχεδον ολα της τα χρωματα , που ειχαν σχηματισει μια καφετια λιμνη στο πατωμα. Η Χρυσουλα είχε γινει και παλι κουτσουρο , ενα αψυχο κουτσουρο που μόνο να σταθει στον τοιχο μπορουσε. Πολυ συντομα, βραχηκε και το ξυλο και επεσε στο πατωμα.

Η μικρη κοπελα που ζουσε στον πατο της λιμνης δεν μπορουσε να καταλαβει τι γινόταν , ειχε μεινει με το στομα ανοικτο παρακολουθωντας τι γινοταν γυρω της και την μοναδικη φιλη της να χανεται απο το κλαμα.

Τα επομενα βραδια βρηκαν το κοριτσι που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης να κοιταει τον ουρανο και να αναστεναζει . Καθε φορά που επέφτε ένα αστερι, ευχοταν στον ουρανο να βρεθει καποιος να την παρει απο κει, να την κανει να ξεχασει τον χαμο της φιλης της, που ακομα ηταν στο σαλονι στην καφε λιμνη γεματη δακρυα.

Οι μέρες περνουσαν ανουσια μεχρι που μια μερα, που ξυπνησε το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης , ειδε το χρωμα του ουρανου που είχε αλλαξει. << Θεε μου, καποιος εριξε κοκκινο μεσα στις μπογιες της ζωης.. >> σκεφτηκε!

Όλα ειχαν αλλαξει χρωμα, ο ουρανος ειχε γινει μωβ , η χιμνη πρασινη και ο χυμος ροδι ειχε γινε κοκκινος. << Τι θα κανω; Κατεστρεψα το δάσος, τι θα κανω τωρα; Τι; >>

Εκλαιγε τόσο δυνατα που ακουγόταν απντου. Συντομα, εφτασαν διπλα της οι μελισσες που είχαν γινει φουξια . << μπζζ μπζζζ μπζζζ Τι εχειζζ??>> ρωτουσαν επιμονα.

<<Τα χαλασα ολα, ολα εχουν αλλαξει>> αναφωνησε το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της λιμνης.

<< Μην, μπζζζ. ζτεναχωριεζζαι , μπιζζω απο το βουνό μπιζζζ βριζκεται το σφουγγαρι. ΘΑ τα καθαριζζζεις ολα και θα γινουν οπως πρωτα>> Της ειπαν μπιζαριστα οι μελισσες.

Το μικρο κοριτσι που ζουσε στον πατο της Χρυσης λιμνης, πηρε μια κοκκινη τσαντα που χε γινει βυσσινη και μια κιτρινη ποδια που γινε πορτοκαλι και πηγε κατευθειαν στο βουνο.

Δεν ειχε παει ποτε στο βουνο και φοβοταν λιγο, ειναι η αληθεια αλλα επρεπε να σωσει το δασος και σιγουρα να κανει μια προσθεια να σωσει και την Χρυσουλα την φιλη της που ξεκινησε και κατεληξε σαν λιμνη.

Το βουνο, δεν ηταν τρομερο αλλα το μικρο κοριτσι της χρυσης λιμνης , ειχε κουραστει πολυ να αποφασισε να ξαποστασει.

Ανατολικά, ακουγεται μια μουσική. Μα απο που ερχεται αυτη η μουσική; Γυριζει δεξια, γυριζει αριστερα, τιποτα. Σκυβει πισω απο τους βραχους και βλεπει ενα αγορι.

Φορουσε ενα ψαθινο καπελο και κατι πρασινα σανδαλια. Επαιζε με τον αυλο του και οι νοτες χορευαν και πετουσαν γυρω γυρω απο αυτον. Να ενα ντο, και ένα ρε, και ενα φα διεση. Ολα μεταξυ τους πιανονταν και χορευαν και εφτιαξαν την πιο ωραια παρασταση.

Ηταν ομορφος και επαιζε τοσο γλυκα που μαγευε. Και το σημαντικότερο; Ηταν ανθρωπος! Ένας κανονικός ανθρωπος.

Θα πλησιασω σκεφτηκε , και αρχισε να πλησιαζει. Πλησιασε, δειλά, ξεροβηξε..<< Καλημέρα>> ψέλισε << Ειμαι το κοριτσι που ζει τον πατο της χρυσης λιμνης>> συστηθηκε

Ο νεαρος, ξαφνιαστηκε αρκετα αλλά χαμογελασε ευγενικά << Γεια σου >> ειπε << ειμαι το αγόρι που ζεί στην κορυφή των βουνών , εσυ απο που εμφανίστηκες; >>

<< Ηρθα να βρω το σφουγγαρι, εκανα ενα λαθος, ξερεις ειμαι αυτη που φροντιζω το δασος>>

<< Ναι εχεις δικιο, εχω ακουσει πολλα για σενα, οι μελισσες μιλουν συχνα για σενα. Ποσο καλη και ομορφη εισαι. Τελικα είχαν πολυ δίκιο!>>

<<Ευχαριστω>> ειπε το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της λιμνης και εγιναν κατακονια τα μαγουλα της.

<< Αλλα δεν εχεις ταξιδεψει ποτε, μεχρι εδω. Και ενιωθες μόνη. Ξερεις τι μου είπαν μια μερα τα πουλια; Εμεις ειμαστε τα μονα πλασματα που ζουμε συνεχώς στον ουρανο, σχεδον ολη μερα πεταμε

. Φανταζεσαι ποσο μονοι θα νιωθαμε αν δεν ταξιδευαμε απο δω και απο κει; >>

<< Δηλαδη ενιωθα τόσο μονη επειδη...; >>

<< Επειδη δεν εβγαινες απο το καβουκι σου! >>

<< Χαχα, καβουκι; Μα δεν είμαι χελώνα >>

<< Εισα απλα, το καβουκι σου ειναι ολο το δασος>>

<< Παραξενος εισαι! Πεινας; εχω κουλουρακια >>

<< Κουλουρακια; Τέλεια! Θα φερω και χυμο ροδι>>

<< Πινεις και εσυ χυμο ροδι;>> ταιριαζουμε σκεφτηκε.

Ολο το απογευμα το ερασαν μαζι . Γέλας επαιξαν , χορεψαν , φωναζαν, εκαναν βολτες στο βουνο. Στο τελος της μέρας, το κοριτσι που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης , θυμηθηκε το σφουγγαρι.

<<Ξερεις, ηταν η καλυτερη μερα της ζωης μου, αλλα πρεπει να γυρισω σπιτι>>

<< Γιατι δεν μενεις εδω μαζι μου; >>

<<Και το δασος; η Χρυσουλα;>>

<< Σκεφτηκες , ισως οτι αν δεν γινόντοαν ολα αυτα μπορει να μην συναντιομασταν ποτε; >>

<< Ξερεις η πρωτη μου σκεψη ηταν αυτη, αλλα ο καθενας εχει να κανει μια δουλεια σε αυτη την ζωη>>

<< Κι η δικη σου ποια ειναι;>>

<< Να φροντιζω το δασος>>

<< Βλακειες! Ποιο δασος; Κοιτα , σημερα ελειπες ολη την μερα απο το δασος. Και τι επαθε; Ακομα εκει στεκεται το δασος. Κοιτα το σου λεω>>

<<Ε....>>

<< Ξερεις ποιο ειναι το προβλημα; Οτι το δασος εχει γινει η φυλακη σου και. Σου εχουν δωσει να προσεχεις το καλυτερο μερος στον πλανητη και εσυ το μονο που κανεις ειναι να κοιτας τα δεντρα, αν ειναι πρασινα. Ξερεις κατι; Παντα θα ναι πρασινα! Και το δασος, θα μεγαλωνει, θα γυμνωνεται , θα αλλαζει και εσυ θα παραμενεις ενα τιποτα, θα αλλαζουν ολα ειτε εισαι εκει ειτε οχι .. >>

Το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της Χρυσης λιμνης δεν ειπε τιποτα. μονο σηκωθηκε μαζεψε την κιτρινη ποδια της και εφυγε.

Η πρωταγωνιστρια μας γυρισε στηνλιμνη και το αγορι εμεινε στο βουνο . Υστερα ηρθε το φθινοπωρο. Τα φυλλα αρχισαν να πεφτουν , εφευγαν τα πουλια και ολα σιγα σιγα γινονταν χρυσοπρασινα. << Ποοσ δικιο ειχες , ολα αλλαζουν και εγω μενω εδω>>

Κι υστερα ηρθε ο χειμωνας, ολα εγιναν ασπρα, μα πιο λευκο απο ολα ηταν το βουνο. << Τι να κανεις; Ο κυκλος της ζωης. Θα χει τωρα ψυχρα στο βουνο>> ηταν μονο μερικες απο τις χειμωνιατικες σκεψεις της.

Και οπως παντα, εφτασε και η ανοιξη. Η ανοιξη γενικα κρυβει μαγεια. Αλλα μια μαγεια που , που σου ξυπνα χαρα και αγαπη. Αλλα τι αξια εχουν ολα τα καλα συναισθηματα του κοσμου αν δεν μπορεις να τα μοιραστεις;

Πλησιαζε ηδη καλοκαιρι και ειχε περασει ενας χρονος. Ενας χρονος απο τοτε που εχει να τον δει. Ενας χρονος μοναξιας τοσο για το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της λιμνης οσο και για το αγορι που ζουσε στο βουνο.

Ετσι λοιπον. τον Ιουνιο και αφου η φυση ηταν ηδη πανεμορφη και το δασος πιο ακλο απο ποτε καθησε το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης να φτιαξει τα αγαπημενα της κουλουρακια. Οχι μονο, πηγε και στην ροδια, εκοψε τα ροδια που φετος σαν να ειχαν βγει νωριτερα φετος και εφτιαξε και μια μεγαλη κανατα με χυρο απο ροδι.

Όλα θυμιζαν εκεινη την μερα που ηταν στο βουνο. Μονο η μουσικη ελειπε. Μα για μισο λεπτο. Κι ομως ηταν σιγουρη πως απο καπου ακουγε στον αυλο. Ερχοταν κοντα της ο ηχος. το καταλαβαινε το νιωθε, δεν ηταν ψευδαισθηση. Ηταν αληθεια. Δεν μπορει...

Βγηκε τρεχοντας στο δασος να δει απο που ερχοταν! Ηταν αυτος! Ειχε περασει ενας χρονος αλλα ηταν ακομα εκει, το εβλεπε, τον ακουγε.

<< Γεια, καλωσορισες>> ειπε δειλα

<< Γεια σου, συγγνωμη που αργησα. Ξερεις δεν ηταν ευκολο να ερθω να σε βρω. Ηταν ομως ευκολο να σε κρινω που δεν αφηνες το δασος αλλα δεν σκεφτηκα ο αμυαλος να κρινω τον εαυτο μου που δεν ειχε αφησει ποτε το βουνο>>

<<Δεν σε κατηγορω για τιποτα>>

<< Γιατι απο την αρχη ειχες δικιο. Ο καθενας ειναι υπευθηνος για καποια δουλεια, εμενα η δικη μου ηταν να φροντιζω το βουνο, αλλα οταν σε γνωρισα καταλαβα οτι για μενα ηταν πιο σημαντικο να προσεχω εσενα, γιατι και αν ελειπα το βουνο δεν θα αλλαζε, θα ηταν ετσι με πετρες και δεντρα και καθε μερα θα με καλημεριζαν τα πουλια, αν ομως αλλαζες εσυ και εγω ελειπα, τοτε μπορει να ξαναγινοταν μωβ ο ουρανος>>

<< Τσιμπα με, τσιμπα σου λεω να δω αν ειναι αληθεια>>

<< Αληθεια ειναι>> ειπε και την αγκαλιασε!

Εκεινη την ωρα ολα τα χρωματα του ουρανου ζωντανεψαν και απο τον πατο της λιμνης ξεφυτρωσε ενα σπιτι και η λιμνη εγινε εδαφος και βαφτηκε πρασινη. Και το βουνο....Μα που πηγε το βουνο;;

Το βουνο δεν ηταν παρα στην φαντασια τους. Γιατι ακομα και το πιο ψηλο βουνο, το πιο πυκνο και μαγεμενο δασος, η πιο βαθεια λιμνη ή καποιοι ξυλινοι φιλοι δεν μπορουν να εμποδισουν την αληθινη αγαπη.

ΤΕΛΟΣ...
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Για τον Φωτη που μου χαριζει τοση εμπνευση! Εμπνευση για παραμυθια....αληθινα παραμυθια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου