Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Μπισκότα με μέλι και λεβάντα (ΜΙΑΜ ΜΙΑΜ)
Υλικά

150 γραμμ. βούτυρο
200 γραμμ. ζάχαρη άχνη (ή καστανή ζαχαριτσα χτυπημένη στο γουδι)
90 ml μέλι
180 γραμμ. αμύγδαλο με τη φλούδα του (μαύρο), περασμένο στο multi
1 αυγουλάκι
180 γραμμ. αλεύρακι για όλες τις χρήσεις
λεβάντα αποξηραμένη
Εκτέλεση
Στον κάδο του μίξερ χτυπάμε με το φτερό το βούτυρο με τη ζάχαρη και το μέλι. Συνεχίζοντας το χτύπημα, προσθέτουμε τη σκόνη αμυγδάλου, το αυγουλακι και στο τέλος το αλεύρακι. Τυλίγουμε τη ζύμη σε μεμβράνη και την αφήνουμε για 3 ώρες στην κατάψυξη να κοιμηθεί. Όταν ξυπνήσει, ανοίγουμε με τον βοηθό μας τον πλάστη, το μπισκοτοφυλλο και σχεδιάζουμε με κουπατ ή με ένα ποτηράκι , τα ξαπλώνουμε στο ταψί με λίγο κενό μεταξύ τους, γιατί θα φουσκώσουν. Τρίβουμε από πάνω τα άνθη λεβάντας και ψήνουμε για περίπου 15-20 λεπτά.

ΥΓ: ήδη τρώω ένα όσο σας γραφω <3 div="">

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Η Ασημένια που είχε μια καρδιά από πλατίνα




Μια φορά και έναν καιρό, κάπου στο δάσος ήταν ένα μικρό κορίτσι που ζούσε σε ένα κολοκυθόσπιτο , κάτω από τα πράσινα φύλλα του μεγάλου καρυδόδεντρου. Την έλεγαν Ασημένια αλλά είχε χρυσά.. ολόχρυσα μαλλιά, και 2 τεραστίους  χαλαζίες για μάτια..

Η Ασημένια είχε ένα κόκκινο ποτιστήρι, μια άσπρη ποδιά και μια ροζ ψυχοσύνθεση. Είχε για κατοικίδιο ένα σκιουράκι που έτρωγε βατόμουρα αντί για βελανίδια και ένα γατάκι που έπινε το γάλα του μόνο στο μπολ του παγωτού. Στο σπίτι της, υπήρχε ένας λουλουδένιος καναπές  από αληθινά λουλούδια κι μεγάλο φωτιστικό που έβγαζε  φως με μυρωδιά φράουλας. 

Όπως πολύ καλά καταλάβατε η Ασημένια είναι μια Νεράιδα. Είναι η Νεράιδα της αθώας αγάπης. Η Ασημένια έχει στην προστασία της όλα τα παιδιά του νηπιαγωγείου και τους αθώους τους έρωτες. 
Μια μέρα του Απρίλη, η Ασημένια άκουσε το αγαποκουδουνο της να χτυπάει, αρπάζει την τσάντα της, βάζει τα τακούνια που ήταν φτιαγμένα από συννεφοσκονη και τρέχει να δει ποίος νεαρός κύριος ήταν που την έχει καλέσει. 

Ήταν ο Προκόπης. Ο Προκόπης πήγαινε στο 356ο νηπιαγωγείο της Αθήνας και είχε ερωτευτεί την Άννα που πήγαινε στο ίδιο νηπιαγωγείο. Η Άννα όμως ήταν κρυφά ερωτευμένη με τον Ιάσωνα, που κορόιδευε τον Προκόπη γιατί φορούσε γυαλιά. Τότε και ο Προκόπης κάλεσε την Ασημένια για να τον βοηθήσει να κατακτήσει την Άννα. 

Όταν έφτασε η Ασημένια στο νηπιαγωγείο, τα παιδιά ζωγράφιζαν. Πιάνει το χέρι του Προκόπη και γρήγορα σχηματίζει μια καρδιά και στην μέση ένα μεγάλο Α. Το τραβαει με δύναμη και το δίνει στην Άννα. Η Άννα ξαφνιάστηκε και ευχαρίστησε τον Προκόπη χωρίς να του χαμογελάσει καν. Ο Προκόπης στεναχωρήθηκε πολύ με την Άννα και γέμισαν δάκρυα τα μάτια του. Μια άλλη μέρα, μου είχε πει κάποτε η Ασημένια, ο Προκόπης της έφερε ένα λουλούδι και εκείνη το πέταξε κάτω και έφυγε. Η Ασημένια τότε θύμωσε πολύ με την Άννα και ορκίστηκε να προφυλάσσει τον Προκόπη από αυτή για πάντα. 

Τα χρόνια πέρασαν , ο Προκόπης είχε φύγει για το εξωτερικό και είχε γίνει ένας σπουδαίος γιατρός, ενώ η Άννα σπούδαζε στην Αθήνα ηθοποιός. Κάποτε ο Προκόπης βρέθηκε στην πολη μας και αποφάσισε να επισκεφτεί το θέατρο. Προς μεγάλη του έκπληξη πρωταγωνίστρια ήταν η Άννα. Ο παιδικός του έρωτας. Χάρηκε πολύ που την είδε αλλα πιο πολύ χάρηκε η ‘Άννα .
Την επόμενη κι ολας μέρα, αποφάσισαν να δειπνίσουν μας σε ένα πολύ καλό εστιατόριο της πόλης. Όλοι ήταν χαρούμενοι εκτός από την Ασημένια, που είχε κακό προαίσθημα αλλα μισούσε και την Άννα γιατί είχε πληγώσει τον Προκόπη στο νηπιαγωγείο. 

Έκανε τα πάντα, έριξε όλο το αλάτι στο φαγητό της. Έχυσε νερό στο φόρεμα της. Πέταξε τον φελλό από το κρασί μέσα στο ποτήρι της κι εκείνη συνέχιζε ακάθεκτη να μιλά και να γελά με τον Προκόπη. Από εκείνο το βράδυ και μετά, ο Προκόπης και η Άννα έγιναν αχώριστοι και η Ασημένια είχε γίνει κόκκινη από τα νεύρα της. 

Και τότε συνέβη το μοιραίο!!! Ήταν Τετάρτη θυμάμαι και χτύπησε το κουδούνι της Ασημένιας πιο δυνατά από ποτέ. <<ΩΩΩΩΩΩΩΩ..μα την άνοιξη , κάτι πρέπει να έπαθε ο Προκοπής>>,  είπε και ζουζούνισε πιο δυνατά από ποτέ και έφτασε στον Προκόπη.

Το αυτοκίνητο του Προκόπη είχε γίνει σαν ακορντεόν και δίπλα του η Άννα περίμενε να έρθει το ασθενοφόρο. <<Να δεις που Η Άννα φταίει..>> σκέφτηκε. Το ασθενοφόρο ήρθε και μετέφερε τον νεαρό στο νοσοκομείο και η Άννα περίμενε απ’ έξω. Είχε νυχτώσει,  και η Άννα ήταν ακόμα εκεί. Ο γιατρός δεν είχε βγει για ώρες και εκείνη περίμενε στην αίθουσα αναμονής. Είχαν περάσει 2 μέρες και η Άννα παρέμενε εκεί.. Όταν πια ο Προκόπης έγινε καλά, η Άννα έφυγε από το νοσοκομείο. Ο Προκόπης φώναζε την Άννα μέσα στον ύπνο του αλλά εκείνη δεν τον άκουγε ..ή καλυτέρα δεν τον άφηναν να την ακούσει. 

Μα τώρα για όλα έφταιγε ο γιατρός… τι πάει να πει η Άννα δεν είναι συγγενής του; Τι λέτε κύριε; Άρχισε να ζουζουνίζει η Ασημένια , η Άννα θα γίνει γυναίκα του.. Δεν ξέρεις εσύ!!! Οι νεράιδες βλέπετε χωρούν μόνο ένα συναίσθημα και τώρα η Ασημένια πιο πολύ από όλα μισούσε τον γιατρό.
Βάζει λοιπόν τα δυνατά της η Ασημένια και τρέχει στην Άννα, την ντύνει με χρυσόσκονη και την φέρνει στο νοσοκομείο άρον άρον. Αυτή γιατρέ θα γίνει γυναίκα του Προκόπη δεν ξέρεις εσύ!!!!!!!!! Την αγαπάει από το νηπιαγωγείο!!!! Και βρουμ τους γεμίζει όλους με χρυσόσκονη!

Η Άννα και ο Προκόπης είναι πια παντρεμένοι και έχουν μια μικρή κόρη που μαντέψτε πως την λένε… .ΑΣΗΜΕΝΙΑ!!! Και ξέρετε η δική μας Ασημένια που βρίσκεται; Προστατεύει έναν άλλον νεαρό κύριο ..τον Ιάσωνα .. και ξέρετε ποιος είναι ο Ιάσωνας; Ο γιος του γιατρού που έσωσε τον Προκόπη. 

Οι νεράιδες χωρούν στην καρδιά τους μόνο ένα συναίσθημα και το μόνο συναίσθημα που θα έχει πάντα η Ασημένια είναι η αγάπη. Ότι και να γίνει , ότι και αν συμβεί… η καρδιά της Ασημένιας.. θα ναι από πλατίνα.. και θα χει το μεγαλύτερο αγαθό στην γη ..την αγάπη!

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

cheesecake με γεύση lila pause



Καθόμαστε που λες, με τον Λευτέρη και ασχολούμαστε ώρες ολόκληρες με το πως θα κάνουμε εντύπωση σ' ένα τραπέζι που είχαμε σε ένα φιλικό gay ζευγάρι. Θέλαμε ένα γλυκό που να συναρπάσει και να 'ναι ελαφρύ γιατί οι φίλοι μας έρχοντας απευθείας από την NYC ..την πόλη που έχει φάει τα πάντα....



Κι έτσι....




Τι χρειαζόμαστε:

  • 1 γιαούρτι (στραγγιστό)
  • 1 philadelphia τυρί κρέμα
  • 1 μικρή κρέμα γάλακτος
  • 5 κουταλιές της σούπας ζάχαρη
  • 3/4 απο ένα κουτί μπισκότα MCvites Digestive
  • 3/4 του πακέτου μαργαρίνη soft
  • 4-5 σοκολάτες lila pause
  • 1 φακελάκι έτοιμο γλάσο ΓΙΩΤΗΣ
λίγο σιρόπι φράουλα

    ως το κάνουμε:

    1. Βάζω στο multi τα μπισκότα και τις σοκολάτες (ή τα κόβω σε πολύ μικρά κομματάκια με το χέρι).
    2. Λιώνω το βούτυρο (προσέχω να μη κάψει) και το περιχύνω πάνω απο τα μπισκότα.
    3. Τα στρώνω στον πάτο του σκεύους (π.χ. ταρτιέρα) και το βάζω στη κατάψυξη για 15 λεπτά και έπειτα στο ψυγείο.
    4. Σ' ένα μπολ χτυπάω τη κρέμα με τη ζάχαρη μέχρι να γίνει σαντιγύ.
    5. Σε άλλο μπολ ανακατεύω το τυρί philadelphia με το γιαούρτι και ρίχνω σιγά σιγά την σαντιγύ, ανακατεύοντας.
    6. Στρώνω το μείγμα πάνω απο τα μπισκότα και τοποθετώ το γλυκό στο ψυγείο (καλό είναι να σερβιριστεί μετά απο 4-5 ώρες).
    7. Πριν το σερβίρω φτιάχνω το γλάσο (σύμφωνα με τις οδηγίες που αναγράφονται στο σακουλάκι, θα βρείτε το έτοιμο γλάσο σε όλα τα super markets) και φτιάχνω λεπτές λωρίδες πάνω απο τη κρέμα.
    8. Προαιρετικά φτιάχνω παράλληλα στη κάθε λωρίδα σοκολάτας, παρόμοιες λεπτές λωρίδες με το σιρόπι φράουλα.

    Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

    Χριστούγεννα με ζάχαρη κι αλάτι...


    Μια φορα και ενα καιρο στο κεντρικο μπισκοτοχωριο της Μπισκωτιας, ζουσε ενας πολυ ομορφος ξανθος νεαρος που τον ελεγαν Μπισκίτ . Ο Μπισκίτ ήταν γίος του πιο διάσημου κατασκευαστή γλύκών μπισκότων σ’ όλη την Μπισκωτία του Ζαχαρία Κούκις .
    Στην άλλη μεριά της πόλης ζούσε η Παλμιέ , κόρη του Μπατόν Σαλέ του πιο διάσημου παραγωγού αλμυρων λιχουδιών στην χώρα. Ο Μπατόν Σαλέ ήταν τηλεμαγειρας και τα διάσημα αλμυρά μπισκότα του έγραφαν Ιστορία στην Μπισκωτία.
    Οι δυο οικογενεις ήταν σε ανταγωνισμό όπως ήτα αναμενόμενο και όλη η μπισκωτία ήταν χωρισμένη στα δυό για το πιον φουρνο θα επιλέξει.
    - Αχ τα αλμυρά μπισκότα του Μπατον , ειναι μοναδικά , μπορείς να κανεις καναπεδάκια, ακόμα και γλυκά
    - Μα τι λές, εχεις τρελλαθεί? όταν τρωμε γλυκα μπισκότα ζεσταίνεται η καρδιά μας.
    Όμως ας μην γελιόμαστε ο έρωτας cookies δεν κοιτά.
    Ο Μπισκίτ και η Παλμιέ ήταν πολυ ερωτευμένοι μεταξύ τους. Το ήξερε όλο το πανεπιστημιο του Πτι Μπερ που φοιτούσαν . Στα κενά μοιράζονταν τα μπισκότα τους, τα κέικ και οι σφολίατες τους, το έβλεπαν και όλοι στην Μπισκωτία και το γνώριζαν και ο Ζαχαρίας και ο Μπατον.
    Δεν ήταν μυστικό αλλά ούτε και παράξενο. Αυτή η ιστορία δεν είναι σαν του Ρωμαιου και της Ιουλιέτας ουτε σαν το Κατερινίω και τον Μανούσο στην Νεράιδα και το παλικάρι. Δεν είχε κανείς αντίρρηση σε αυτόν τον γάμο . Το πρόβλημα ήταν αλλού. Στην Μπισκωτία, οι γάμοι διοργανώνονται εξ’ ολοκλήρου απο τον Κούκις βασιλιά των γλυκων. Όμως ο Μπατόν Σαλε΄που ήταν και απο την φύση του πιο σκληρός, καθότι τηλεαστερας ήθελε ο γαμός να διοργανωθει απο αυτόν. Πόσο άσχημο θα ήταν για την καριερα του να μαθεύτει στον κόσμο ότι ο διάσημος αστερας της τηλεμαγειρικής δεν είχε λόγο στις ετοιμασίες του γάμου του παιδιού του;
    Μια μέρα λοιπόν χτύπησε το τηλέφωνο στον φούρνο των γλυκών μπισκότων....ΝΤΡΡΡΡΡΡΡΙΝ
    - Καλημέρα Ζαχαρία, ο συμπέθερος ο Μπατόν ειμαι
    -Καλημέρα Μπατόν . Τι ζητάς;
    -Μωρέ Ζαχαρία, σκεφτόμουν εδώ τον γάμο των παιδίων και έλεγα να στολίσουμε την εκκλησία με αλμυρά μπισκότα, να τα δείξω και στο υπέροχο show μου.
    -Μα τι λες; Αλευρωμένος είσαι; Στους γάμους βάζουμε ανθρωπε μου γλυκά μπισκότα για να ναι γλυκός ο γάμος . Αλλιώς είναι γρουσουζιά ευλογημένε. Μα έχεις τρελλαθεί, στον βωμό της τηλεθέασης θα θυσιάσεις τον γάμο της μοναχοκόρης σου; Αν δεν λογικευτείς να μην με ξανακαλέσεις γιατι θα μου χλάσουν και τα κουλούρια Βανίλιας.
    - Αναθεμα σε,εσένα και τα κουλούρια βανίλιας.
      Ο Μπατόν θύμωσε για τα καλά, καβάλησε το φορτηγάκι του πήγε στο στουντιο και εκεί μπροστά σε όλες τις κάμερες ανακοίνωσε: ’ Σας έχω ένα τρομαχτικό νέο, στον φουρνο του Ζαχαρία Κουκις βρέθηκαν ποντίκια’
    Στην Μπισκωτία έγινε τρομερο σούσουρο. Μα να ακουστεί απο την τηλεόραση κάτι τετοιο;
    Οι εξελίξεις ήταν ραγδαιες. Η μπισκοτονομία πήγε στο μαγαζί του Ζαχαρία και το έκλεισε ενω φύλακισε τον ίδιο προσωρινά. Ο Μπατόν έσκιζε σε τηλεθέαση και όλος ο κοσμος ασχολούταν με αυτό
    Ο Μπισκίτ ήταν πολύ στεναχωρημένος, η Παλμιέ λιποθυμούσε συνέχεια και η μητερες των δυό παιδών ξεσπούσαν συνέχως σε κλάμματα , η μιά στεναχωριόταν για τον άνδρα της και η άλλη για τον φυλακισμένο Ζαχαρία. Ο Μπισκίτ δεν ήθελε να δεί στα μάτια του την Παλμιέ, την απεφευγε και δεν της τηλεφωνούσε πιά. Δεν υπήρχε τίποτα σημαντικότερο απο την οικογένεια του και ο Μπατόν Σαλέ είχε διαλύσει την δικία του.
    Δεν πέρασε πολυς καιρός και ο Ζαχαρίας μετα απο ελέγχους βγήκε απο τη φυλακή και ξεκίνησε να ψήνει και πάλι μπισκότα, απολογούμενος για το τι είχε συμβει, και σιγά σιγά καταφερε και πάλι να σταθει οικονομικά.
      Τα προβλήματα όμως είχαν ξεκινήσει στην αντίπερα όχθη στο σπίτι του Μπατόν. . Στο κυριακάτικο τραπέζει η συζήτηση δεν άργησε να φούντώσει.
    - Γιατί δεν τρώς Παλμιέ;
    - Δεν μπορω να φάω . Δεν είμαι ευτυχισμένη.
    - Η κόρη του διάσημο τηλεαστέρα Μπατόν Σαλέ, δεν είναι ευτυχισμένη; Μάλλον είσαι αχάριστη.
    - Πατέρα , ο Μπισκίτ είναι δυστυχισμένος και με αποφεύγει, ο Ζαχαρίας ήταν στην φυλακή και η γυναίκα του αρρώστησε.
    - Αν δεν αντέχεις την επιτυχία του πατέρα σου μπορείς να φύγεις απο το σπίτι Παλμιε.
    - Πως μιλάς έτσι; Έχεις τρελλαθεί;
    - Να φύγεις Παλμιέ....... και σηκώθηκε απο το τραπέζι. Να μην σε βρώ εδώ όταν γυρίσω.
     Η Παλμιέ κλαίγοντας , παίρνοντας το παλτό και την μητέρα της έγκατελειψε με την μικρή βαλίτσα της το σπίτι των Σαλε. Που να παέι η καημένη; Χτύπησε γεμάτη ντροπή την πόρτα των Κουκις. Έκει, ο Ζαχαρίας της υποδέχτηκε με πολύ χαρά και την βοήθησε να εγκατασταθεί στο σπίτι του , ενώ με αγάπη αγκάλιασαν και την μητέρα της.
    Ήταν παραμονές Χριστουγέννων και τα παιδιά δεν είχαν μάθημα στο Πανεπιστήμιο οπότε όλοι ο Ζαχαρίας και όλοι δούλευαν συνέχως ψήνοντας ατέλειωτα μπισκότα και γλυκά για τις γιορτές που θα γέμισαν όλη την Μπισκωτία.
    Την Παραμόνη των Χριστουγέννων στο σπίτι των Κουκις όλα ήταν έτοιμα , η γαλοπούλα ζεστή και τα μπισκότα και τα λικέρ να κάνουν το σπίτι να μοσχοβολά. Γέλια , φασαρίες, προπόσεις και χαρά για όλους στο τραπέζι και μουσικές με το μικρό αρκοντεόν που έπαιζε ο Μπισκίτ.
      Στην άλλη μεριά της πόλης , στο σπίτι του Μπατόν Σαλε΄κάθε άλλο παρα Χριστούγεννα έμοιαζε. Ο Μπατόν στεκόταν μπροστά στον πάγκο της κουζίνας καθόταν και έκανε πρόβες για την εκπομπή του μεχρι που έσβησαν τα φώτα.
    - Τι στο καλό συμβαίνει? Ξέχασα να πληρώσω το ρεύμα και έσβησαν τα φώτα; Παίρνει ένα κερί και πάει στον γενικό. Όλα ηταν στην θέση τους.
     Ακουστηκε και ο ήχος απο τον άνεμο. οοοοουυυυυυσσσσσηηηηηηηοουυυυυ
    -Μα τι συμβαίνει;
    - Μπατόν Σαλέ......... Μπατόν Σαλέ....ακουγόταν.
    -Ναι ποιος είναι; Ρωτησε ο ίδιος.
    -Μπατόν Σαλέ......... Μπατόν Σαλέ....
    - Ναι;;; ο Ίδιος....
    - Εδω κάτω ακουει...
    Κοιτά και τι να δεί; Ενας μπισκοτάνθρωπος στο πάτωμα να του τραβάει το μπατζάκι.
    -Τι κάνεις εδω κάτω; εσύ έπρεπε να σαι στο δεντρο
    -Με διώξαν απο το δεντρο. Ειπε ο μπισκοτάνθρωπος στεναχωρημένος. Εσυ γιατι δεν είσαι με την οικογενεια σου;
    - Και εμένα με έδιωξαν απο το δέντρο .. Ειπε ο Μπατον Σαλέ. Εμενα τον Μπατόν Σαλε τον διάσημο τηλεαστέρα που με λατρεύει όλος ο κόσμος της Μπισκωτίας.
    - Αν σε λάτρευε όλος ο κόσμος της Μπισκωτίας, θα έπρεπε να είναι όλοι εδω. Ετσι δεν είναι;
    - έτσι είναι αλλα να ξέρει μπισκοτάνθρωπε ότι σε όλο τον κόσμο πάντα κερδίζουν την συμπάθεια οι αποτυχημένοι. Οι επιτυχημένοι έχουν εχθρους
    - Στον κόσμο των μπισκότων Μπατόν Σαλέ, επιτυχημένος ειναι αυτός που δεν φαγώθηκε τα Χριστούγεννα.αυτοί που έχουν εχθρόυς τρωγοντα πάντα πρωτοι. Χαλάνε και δεν είναι περηφανοι πάνω στο δέντρο, και οι άνθρωποι θέλουν τα πιο όμορφα στολίδια. Αυτά που αγαπούν το δέντρο.
    - Στο κόσμο των ανθρώπων...
    -Στο κόσμο των ανθρώπων μετράει μόνο η αγάπη. Εσυ όμως σίγουρα ζεις στον κόσμο των ανθρώπων; Μήπως είσαι στον κόσμο της τηλεορασης;
    - Έγω ελέγχω δεν ελέγχομαι απο την τηλεόραση. Η κόρη μου κι αυτος ο Ζαχαρίας... αυτοι με ζηλεύουν.
    - Παρε το παλτό σου. Θέλω να πάμε κάπου.
    - Που;
    -Παρε το παλτό σου.
    Ξεκίνησαν λοιπόν μέσα στο χίονι και περπάτησαν λιγο μέσα στο χωρίο. Πέρασαν αποτο σπίτι του σκηνοθέτη της εκπομπης που ο Μπατόν Σαλέ δούλευε. Μέσα στο σπίτι φασαρίες πολλα παιδιά και χαχανητα.
    -Καλα περνούν ε; ειπε ο Μπατον
    - Ναι είδες; μου θυμιζουν τα πρωτα μου Χριστουγεννα . Όταν ψήθηκα, ήμου πολυ μικρος τότε, ο πατέρας μου είχεκαλέσει πολλα παιδιά στο σπίτι και όλοι μαζι χαιρόμασταν.
    - Και μένα μου θύμισε τα πρωτα Χριστουγεννα της Παλμιέ.Ήταν τόσο μικρη , σχεδον έτοιμη να σπάσει. και τότε κάναμε ένα μεγάλο παρτυ τα Χριστουγεννακαι ήταν όλα τα παιδια της γειτονίας . Περνούσαν και μας έλεγαν τα καλαντα.
    -Ποιά ήταν τα χειρότερα Χριστουγεννα σου;
    -Το 1983. Δουλευα γιατι έπρεπε να παραδώσω κάποια μεγάλη δουλεια τηλεοπτικη και ήμουν μακρυά απο την Παλμιε.
    - Α! Σαν τον Νικαλάι .
    - Ποιος είναι ο Νικαλάι;
    -Ο φρουρός στο Στουντιο :
    - Έχουμε φρουρό στο στουντιο;
    - Φυσικά και έχετε. Ξέχασες όταν έφυγες χτες είπες στον παραγωγό, οτι δεν μπορούσατε να αφησετε το στουντιο αφυλακτο και να κλέψουν τις συνταγές σου. Και έτσι εμεινε ο Νικαλάι.
    -Και είναι μόνος του Χριστουγεννιάτικα;
    - Παμε να δούμε; Είπε και περπάτησαν για ακόμα λίγο μέσα στο χιόνι.
    Όταν έφτασαν στο στούντιο ο Νικαλάι είχε βγαλει το κινητό του και μιλούσε την κόρη του
    - Μην στεναχωριέσαι Αννα, δεν θα αργήσει ο μπαμπας να έρθει, να δείς, και ίσως και ο Αγιος Βασίλης να αργήσει λιγάκι σήμερα. Να μας δοκιμάσει πόσο καλα παιδιά είμαστε όλοι.
    -Τι λεέι;
    - Την αλήθεια. Κάθε χρόνο ο Νικαλάι , ντυνεται Αγιος Βασίλης και πηγαίνει στην κόρη του.
    -Που το ξερεις;
    - Μου το είπε ο δικός τους Μπισκοτάνθρωπος.
    - Θα μπώ να του δώσω άδεια. Μα πρώτα απο όλα θα πάω στο παιχνιδάδικο απέναντι.
     Μιας και δυό ξεκινά για το παιχνιδάδικο, αγοράζει την πιο μεγάλη κούκλα της βιτρινας και ενα κουκλόσπιτο για την μικρή Αννα που περνούσε την Παραμονή μακρυά απο τον μπαμπα της.
    Μπαίνει με φόρα στο Στουντιο...-Νικαλάι Νικαλάι... φυγε πηγαινε ζησε τα Χριστουγεννα. Πάρε και τα δώρα για την Άννα
    -Μα ποιος, τι;
    -Μην ρωτάς. Μόνο καλα Χριστούγεννα...
    - Δεν είσαι πολύ κακός τελικά. Ειπε ο Μπισκοτάνθρωπος.
    -Δεν είμαι και τόσο κακος τελικά
    - Τα Χριστουγεννα ειναι η γιορτη που ζητάμε συγνωμη.
    -Το πιστεύεις;
    -Φυσικά
    -Ποιαείναι τα καλύτερα Χριστούγεννα που έχεις ζήσει;
    -Δεν έχουν έρθει ακόμα.
    -Πότε θά ρθουν;
    -Δεν ξέρω. Είπε και κατεβασε το κεφάλι
    -Ξέρεις που είναι τα καλύτερα Χριστουγεννα; Στο σπίτι του Ζαχαρια Κουκις. Παμε να δούμε;
    - Όχι
    - Καλα όπως θελεις. ειπε ο μπισκοτάνθρωπος και ξαναβγήκαν στο χιονι.
    -΅Εσένα η οικογένεια σου που είναι;
    - Στο δέντρο του Ζαχαρία Κούκις. Αυτος με έφτιαξε. Και με ειχε βάλει ψηλά στο δέντρο. Και εγώ φερόμουν λίγο άσχημα στους υπόλοιπους πολυ ήταν στα πιό χαμήλα κλαδία. Δεν ημουν και το καλύτερο παιδί στο δέντρο ξέρεις. Όμως ο Ζαχαρίας δεν με μάλωσε, αλλα με έβαλε πιο ψηλά στο δέντρο και έλαμπα ακόμα πιο ψηλά. Ξέρεις ο Ζαχαρίας εμένα μου έχει βάλλει πιο πολύ αλάτι απο τα άλλα μπισκότα.. Με ελεγε Μπισκοτάνθρωπο Σαλε.
    - Σαλέ; Σαν εμένα;
    - Ναι! Το έκανε για την Παλμιέ. Για να της δείξει πόσο χαιρεται για την γενιά της που την έφερε στην ζωή και κάνει τον γιό της ευτυχισμένο.
    -Αλήθεια λές;είναι τόσο καλός άνθρωπος;
    -Πάμε στο σπίτι του Ζαχαρια Κουκις;
    - Παμε....
      Στο σπίτι του Ζαχαρία το κέφι είχε αναψει, ο Μπισκίτ τραγουδουσε με το αρκοντεόν και η Παλμιέ χόρευε με το σάλι της.
    Ο Μπατόν χτύπησε το κουδούνι δειλά δειλά. Η πόρτα ανοπιξε και στην πύλη φανηκε ο Ζαχαρίας. ’Καλωσορισες, Μπατόν.. σε περιμέναμε για να φάμε.’ Η Παλμιέ έπεσε στην αγκαλιά του κλαίγοντας.
    -Μη κλαίς Παλμιέ, είναι Χριστούγεννα . Τα Χριστουγεννα μόνο γελούν.
      Το γλέντι άναψε ακόμα πιο πολύ. Λίγο πριν την λήξη της νύχτας ο Μπατόν Σαλε΄πλησίασε τον Ζαχαρία Κουκις και του ειπε:
    -Συγνωμη Ζαχαρία, μου αρκεί να είναι ευτυχισμένος και καλότυχος ο γαμος των παιδιών
    - Μην ζητάς συγνωμη απλα να θυμασαι οτι η ζαχαρη και το αλατι κανουν τον κοσμο να γυριζει. Και ειναι δυο υλικά που χρειάζονται το ένα το άλλο. Η ζαχαρη και η κάμερα ή το αλάτι και η κάμερα μόνα τους δεν κάνουν τίποτα.

     Την άλλη μέρα όλες οι κάμερες της Μπισκωτίας ήταν έξω απο το καταστημα του Ζαχαρίς Κουκις.
    ‘Μα τι κανουν;;;’ ψυθύριζε ο κόσμος; ‘τι γίνεται;’
    -Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας! Ειναι Χριστουγεννα και στην Μπισκωτία έχουν βαλθεί να μας τρελλάνουν. Οι δυο πιο μεγάλοι φουρνοι της χωρας Φτιάχουν το μεγαλυτερο Μπισκοτάνθρωπο στην γη. Ήδη τον έχου βαφτισει κι όλας. ειναι ο Ζαχαριας Σαλέ...ζάχαρη κι αλάτι μαζί σε μια ζύμη. Ελεγε ο δημοσιογράφος. Απο στιγμη σε στιγμη αναμένουμε τον διάσημο σεφ να μας μιλησει..Μα να! Μια δήλωση κυριε Σαλέ.
    -Καλα Χριστουγεννα σε όλους. σήμερα αποφασίσαμε με τον συμπεθερο μου να φτιάξουμε ένα γλυκό αλμυρο μπισκότο και να το χαρισουμε σε όλο τον κόσμο . Για να καταλάβουμε όλοι μας ότι η ζωή δεν είναι μονο γλυκεια ή μονο αλμυρη αλλα είναι πανω απο όλα αγαπη ακι καλοσύνη, ευγένια και κατανόηση. Η ζάχαρη και το αλάτι κάνουν τον κόσμο να γυρίζει.
    Πολύ σύντομα η οικογένεια απέκτησε και ένα μικρό μωρο. Το οποιο γεννήθηκε την Παραμονή των Χριστουγεννων. Και απο τότε τα Χριστουγεννα έγιναν πια η πιο σημαντική γιορτή της Μπισκωτίας. Και ο εγγονος, των Κουκις και Σαλέ έγινε ο πιο διάσημος σεφ της Μπισκωτίας μα πάντα πάντα πάντα τα Χριστούγεννα όλοι γυρνούσαν σπίτι.
      Τι απέγινε ο Μπισκοτάνθρωπος??? Κάθε χρόνο στολιζόταν και πιο ψηλά στο δέντρο . Ήταν ο Μπισκοτάνθρωπός τους και όταν περνούσαν τα χρόνια ο Μπισκοτάνθρωπος διαβαζε σε όλους τους Μπισκοτάνθρωπους της ιστορία των Κουκις και των Σαλέ, δίχνοντας σε όλους πως τα Χριστουγεννα όπως και η αγαπη μπορoύν να νικήσουν τα παντα. 

    Κυριακή 29 Μαΐου 2011

    ''Le chocolat est la passion et que vous êtes mon chocolat'' ή ''το γλυκο του Φώτη''


    Είναι γνωστό οτι περνάω πάρα πολλές ώρες στην κουζίνα μέσα. Σήμερα, θές οι ορμόνες μου, θές που ήθελα να κάνω μια αφίερωση (;) είπα να παίξω με ότι είχαμε στην κούζινα.
    Γενικά πιστεύω ότι ο έρωτας περνάει απο το στομάχι, αλλα κυρίως πιστεύω οτι το στομάχι (ή καλύτερα αυτός που έχει το στομάχι μπορεί σε συνδυασμό με τον έρωτα να σου δώσει έμπνευση.

    Εμπνευση, στομάχι, έρωτας και Ειρηλένα; ένα ειναι το αποτέλεσμα!!! ΣΟΚΟΛΑΤΑ!!!

    Και μάλιστα πολυ σκολάτα.

    Και ναί μπορεί να το εφτίαξα γιατι ήθελα να το χαρισω σε ένα ονομα, αλλα τελικά χάρισα το όνομα στο γλυκο!!!

    Bon appétit




    Συστατικά

    200 γρ. σοκολάτα 70% κακάο

    200 γρ. βούτυρο

    200 γρ. ζάχαρη

    4 αυγά

    1 κ.σ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις

    Οδηγίες

    1.Προθερμαίνουμε τον φούρνο στους 180 βαθμούς και ντύνουμε με λαδόκολλα μια στρογγυλή φόρμα με αποσπώμενο πάτο ή τσέρκι 20 εκ.

    2.Λιώνουμε σε μπεν μαρί τη σοκολάτα και το βούτυρο.

    3.Ρίχνουμε το παραπάνω μίγμα σε ένα μπολ όπου έχουμε ρίξει 200 γρ. ζάχαρη κι ανακατεύουμε καλά με ένα σύρμα για 1 - 2 λεπτά (δεν είναι ανάγκη να λιώσει η ζάχαρη).

    4.Ρίχνουμε ένα ένα τα αυγά, ανακατεύοντας γρήγορα με το σύρμα μετά από κάθε προσθήκη.

    5.Τέλος, ρίχνουμε κι ανακατεύουμε απαλά το αλέυρι.

    6.Ψήνουμε για 1/2 ώρα ακριβώς.

    7.Προαιρετικά, όταν κρυώσει το κέικ το καλύπτουμε με γλάσο που φτιάχνουμε με 70 γρ. κουβερτούρα απλή, 70 γρ. κρέμα γάλακτος και 1 κ.γ. γλυκόζη, σε μπεν μαρί.


    υγ: Κράτα ενα κουταλάκι και για μένα όταν το φτιάξεις και θα σου ειμαι πιστη για πάντα!





    Κυριακή 10 Απριλίου 2011

    Το κοριτσι που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης και το αγορι που ζουσε στο βουνο

    Μια φορα και εναν καιρο ηταν μια μικρη μελαγχολικη κοπελα που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης. Η χρυση λιμνη δεν ειχε πατο, ουτε και κανονικο νερο, δεν ειχε αλλους ζωντανους οργανισμους. Ειχε μονο το μικρο κοριτσι. Το μικρο κοριτσι καθε μερα , επαιρνε τα πινελα του και ζωγραφιζε τον κοσμο .


    Εβγαινε ο ηλιος και , εβγαινε και το κοριτσακι απο τον πατο της λιμνης και μετα πινελα της εφτιαχνε πρασινο το γρασιδι , καφε τους κορμους των δεντρων λευκα τα κουνελακια που ζουσαν στην λιμνη, γκρι, καφε τα πουλια και πουα ολα τα υπολοιπα ζωακια.

    Το μονο που δεν μπορουσε να ζωγραφισει ηταν καποιος να της κραταει συντροφια. Το μονο που εκανε ηταν να καθρευτιζεται στην λιμνη . Καμια φορα δε, μιλουσε στο ειδωλο της λεγοντας της κυριως τα νεα της μερας της. Ειχε γινει φιλη με το ειδωλο της και μαλιστα της ειχε δωσει και ονομα, την έλεγαν Χρυσούλα !

    Η Χρυσουλα ήταν φοβερη , καταπληκτικη φιλη, υπακουη, συνηθως χαμογελουσε οταν ηταν μαζι με το κοριτσακι που ζυσε στον πατο της χρυσης λιμνης . Γελουσε παντα με τα αστεια της και η αληθεια ειναι πως ειχε τα ομορφοτερα μαλλια στον κοσμο. Μόνο που ακομα και τις ωρες που ήταν εκει μαζι με την Χρυσουλα, το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης ενιωθε μια απεραντη μοναξια.

    Όταν έπεφτε ο ήλιος , ξαναγυριζε στον πατο της λιμνης , εφτιαχνς φαγητο, συνηθως κουλουρακια και χυμο ροδι, ξεκουραζοταν και επλεκε κασκολ με παραστασεις παιδιων που επαιζαν , χορευαν και φροντιζαν τα ζωακια του δασους.

    Άλλοτε παλι στην προσπαθεια της να γεμίζει τον χρόνο της , σκαλιζε παιχνίδια και απο ξύλο και χρώμα. Είχε φτιάξει μια μεγαλη σβουρα και ενα παιχνίδι για μουσική, σαν ξυλόφωνο και μια αλλη, κατι σαν αυλο, ηταν μαλιστα φουξια. Α! για να ξερεις οτι αρεσε στο κοριτσακι απο τον πατο της χρυσης λιμνης ηταν φουξια, και τα μαλλια της ήταν και ο αγαπημένος της χυμός ρόδι, φουξια κι αυτος!

    Μια μέρα εκεί που σκάλιζε να φτιάξει ενα ξυλινο καραβάκι, σκεφτηκε: << Θα φτιάξω μια φίλη. Μια αληθινή φίλη και θα την βαψω με τα χρώματα της ζωης, και θα ναι ζωντανη και θα ναι η φιλη μου! Δεν θα μαι πια μονη. >> Δουλεψε σκληρα τρεις μερες και τρεις νυχτες . Σκαλισε στο ξύλο όλα τα σχέδια . Εφτιαξε ρουχα, παπουτσια, στολιδια, χανδρες και κοσμηματα και ολα αυτα που μπορουσαν να στολισουν την υπεροχη φιλη της

    <<Ηρθε η ωρα>> σκεφτηκε. Παιρνει τα χρωματα της ζωης και αρχισε να χρωματιζει το ξυλο. της εφτιαξε μαλλια στο χρώμα του ηλιου, ματια στο χρωμα της λιμνης , ενα πρασινο φορεμα σαν γρασιδι και την εβαλε ενα κολιε φτιαγενο απο τα καλυτερα κερασια του δασους.

    << Θεε μου εγινε τοσο ομορφη!>> σκεφτηκε. Η Χρυσουλα ομως ειχε ενα μεινεκτημα, δεν μιλουσε!

    Η Χρυσουλα καθοταν ολη μερα διπλα στο παραθυρο και περιμενε το κοριτσι που ζουσε στον πατο της λιμνης να γυρισει απο την ζωγραφική της που εδινε ζωη στο δασους γυρω απο την λιμνη. Όταν γυριζε στο σπιτι το βραδυ, ετρωγαν μαζι, συνηθως κουλουρακια και χυμο ροδι, ξερεις η Χρυσουλα λατρευε τον χυμο ροδι, συζητουσαν, τραγουδουσαν, χορευαν και εκαναν μακρινα ταξιδια με το μυαλο, στα αρχαια χρονια, τοτε που το δασος ήταν νεαρο, ή στο μελλον που το δασος ήταν εξωγηινο.

    Ομως κατι ελειπε. Αυτην τη φορα, η Χρυσουλα ήταν που στεναχωριόταν.

    Ένα βραδυ, η Χρυσουλα, αρχισε να κλαιει, . Ετρεχαν τοσα δακρυα απο τα ματια της που αρχισαν να σβηνουν τα χρωματα της. Σε λιγο μόλις χρόνο , ολα τα δακρυα ειχαν σβησει σχεδον ολα της τα χρωματα , που ειχαν σχηματισει μια καφετια λιμνη στο πατωμα. Η Χρυσουλα είχε γινει και παλι κουτσουρο , ενα αψυχο κουτσουρο που μόνο να σταθει στον τοιχο μπορουσε. Πολυ συντομα, βραχηκε και το ξυλο και επεσε στο πατωμα.

    Η μικρη κοπελα που ζουσε στον πατο της λιμνης δεν μπορουσε να καταλαβει τι γινόταν , ειχε μεινει με το στομα ανοικτο παρακολουθωντας τι γινοταν γυρω της και την μοναδικη φιλη της να χανεται απο το κλαμα.

    Τα επομενα βραδια βρηκαν το κοριτσι που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης να κοιταει τον ουρανο και να αναστεναζει . Καθε φορά που επέφτε ένα αστερι, ευχοταν στον ουρανο να βρεθει καποιος να την παρει απο κει, να την κανει να ξεχασει τον χαμο της φιλης της, που ακομα ηταν στο σαλονι στην καφε λιμνη γεματη δακρυα.

    Οι μέρες περνουσαν ανουσια μεχρι που μια μερα, που ξυπνησε το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης , ειδε το χρωμα του ουρανου που είχε αλλαξει. << Θεε μου, καποιος εριξε κοκκινο μεσα στις μπογιες της ζωης.. >> σκεφτηκε!

    Όλα ειχαν αλλαξει χρωμα, ο ουρανος ειχε γινει μωβ , η χιμνη πρασινη και ο χυμος ροδι ειχε γινε κοκκινος. << Τι θα κανω; Κατεστρεψα το δάσος, τι θα κανω τωρα; Τι; >>

    Εκλαιγε τόσο δυνατα που ακουγόταν απντου. Συντομα, εφτασαν διπλα της οι μελισσες που είχαν γινει φουξια . << μπζζ μπζζζ μπζζζ Τι εχειζζ??>> ρωτουσαν επιμονα.

    <<Τα χαλασα ολα, ολα εχουν αλλαξει>> αναφωνησε το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της λιμνης.

    << Μην, μπζζζ. ζτεναχωριεζζαι , μπιζζω απο το βουνό μπιζζζ βριζκεται το σφουγγαρι. ΘΑ τα καθαριζζζεις ολα και θα γινουν οπως πρωτα>> Της ειπαν μπιζαριστα οι μελισσες.

    Το μικρο κοριτσι που ζουσε στον πατο της Χρυσης λιμνης, πηρε μια κοκκινη τσαντα που χε γινει βυσσινη και μια κιτρινη ποδια που γινε πορτοκαλι και πηγε κατευθειαν στο βουνο.

    Δεν ειχε παει ποτε στο βουνο και φοβοταν λιγο, ειναι η αληθεια αλλα επρεπε να σωσει το δασος και σιγουρα να κανει μια προσθεια να σωσει και την Χρυσουλα την φιλη της που ξεκινησε και κατεληξε σαν λιμνη.

    Το βουνο, δεν ηταν τρομερο αλλα το μικρο κοριτσι της χρυσης λιμνης , ειχε κουραστει πολυ να αποφασισε να ξαποστασει.

    Ανατολικά, ακουγεται μια μουσική. Μα απο που ερχεται αυτη η μουσική; Γυριζει δεξια, γυριζει αριστερα, τιποτα. Σκυβει πισω απο τους βραχους και βλεπει ενα αγορι.

    Φορουσε ενα ψαθινο καπελο και κατι πρασινα σανδαλια. Επαιζε με τον αυλο του και οι νοτες χορευαν και πετουσαν γυρω γυρω απο αυτον. Να ενα ντο, και ένα ρε, και ενα φα διεση. Ολα μεταξυ τους πιανονταν και χορευαν και εφτιαξαν την πιο ωραια παρασταση.

    Ηταν ομορφος και επαιζε τοσο γλυκα που μαγευε. Και το σημαντικότερο; Ηταν ανθρωπος! Ένας κανονικός ανθρωπος.

    Θα πλησιασω σκεφτηκε , και αρχισε να πλησιαζει. Πλησιασε, δειλά, ξεροβηξε..<< Καλημέρα>> ψέλισε << Ειμαι το κοριτσι που ζει τον πατο της χρυσης λιμνης>> συστηθηκε

    Ο νεαρος, ξαφνιαστηκε αρκετα αλλά χαμογελασε ευγενικά << Γεια σου >> ειπε << ειμαι το αγόρι που ζεί στην κορυφή των βουνών , εσυ απο που εμφανίστηκες; >>

    << Ηρθα να βρω το σφουγγαρι, εκανα ενα λαθος, ξερεις ειμαι αυτη που φροντιζω το δασος>>

    << Ναι εχεις δικιο, εχω ακουσει πολλα για σενα, οι μελισσες μιλουν συχνα για σενα. Ποσο καλη και ομορφη εισαι. Τελικα είχαν πολυ δίκιο!>>

    <<Ευχαριστω>> ειπε το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της λιμνης και εγιναν κατακονια τα μαγουλα της.

    << Αλλα δεν εχεις ταξιδεψει ποτε, μεχρι εδω. Και ενιωθες μόνη. Ξερεις τι μου είπαν μια μερα τα πουλια; Εμεις ειμαστε τα μονα πλασματα που ζουμε συνεχώς στον ουρανο, σχεδον ολη μερα πεταμε

    . Φανταζεσαι ποσο μονοι θα νιωθαμε αν δεν ταξιδευαμε απο δω και απο κει; >>

    << Δηλαδη ενιωθα τόσο μονη επειδη...; >>

    << Επειδη δεν εβγαινες απο το καβουκι σου! >>

    << Χαχα, καβουκι; Μα δεν είμαι χελώνα >>

    << Εισα απλα, το καβουκι σου ειναι ολο το δασος>>

    << Παραξενος εισαι! Πεινας; εχω κουλουρακια >>

    << Κουλουρακια; Τέλεια! Θα φερω και χυμο ροδι>>

    << Πινεις και εσυ χυμο ροδι;>> ταιριαζουμε σκεφτηκε.

    Ολο το απογευμα το ερασαν μαζι . Γέλας επαιξαν , χορεψαν , φωναζαν, εκαναν βολτες στο βουνο. Στο τελος της μέρας, το κοριτσι που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης , θυμηθηκε το σφουγγαρι.

    <<Ξερεις, ηταν η καλυτερη μερα της ζωης μου, αλλα πρεπει να γυρισω σπιτι>>

    << Γιατι δεν μενεις εδω μαζι μου; >>

    <<Και το δασος; η Χρυσουλα;>>

    << Σκεφτηκες , ισως οτι αν δεν γινόντοαν ολα αυτα μπορει να μην συναντιομασταν ποτε; >>

    << Ξερεις η πρωτη μου σκεψη ηταν αυτη, αλλα ο καθενας εχει να κανει μια δουλεια σε αυτη την ζωη>>

    << Κι η δικη σου ποια ειναι;>>

    << Να φροντιζω το δασος>>

    << Βλακειες! Ποιο δασος; Κοιτα , σημερα ελειπες ολη την μερα απο το δασος. Και τι επαθε; Ακομα εκει στεκεται το δασος. Κοιτα το σου λεω>>

    <<Ε....>>

    << Ξερεις ποιο ειναι το προβλημα; Οτι το δασος εχει γινει η φυλακη σου και. Σου εχουν δωσει να προσεχεις το καλυτερο μερος στον πλανητη και εσυ το μονο που κανεις ειναι να κοιτας τα δεντρα, αν ειναι πρασινα. Ξερεις κατι; Παντα θα ναι πρασινα! Και το δασος, θα μεγαλωνει, θα γυμνωνεται , θα αλλαζει και εσυ θα παραμενεις ενα τιποτα, θα αλλαζουν ολα ειτε εισαι εκει ειτε οχι .. >>

    Το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της Χρυσης λιμνης δεν ειπε τιποτα. μονο σηκωθηκε μαζεψε την κιτρινη ποδια της και εφυγε.

    Η πρωταγωνιστρια μας γυρισε στηνλιμνη και το αγορι εμεινε στο βουνο . Υστερα ηρθε το φθινοπωρο. Τα φυλλα αρχισαν να πεφτουν , εφευγαν τα πουλια και ολα σιγα σιγα γινονταν χρυσοπρασινα. << Ποοσ δικιο ειχες , ολα αλλαζουν και εγω μενω εδω>>

    Κι υστερα ηρθε ο χειμωνας, ολα εγιναν ασπρα, μα πιο λευκο απο ολα ηταν το βουνο. << Τι να κανεις; Ο κυκλος της ζωης. Θα χει τωρα ψυχρα στο βουνο>> ηταν μονο μερικες απο τις χειμωνιατικες σκεψεις της.

    Και οπως παντα, εφτασε και η ανοιξη. Η ανοιξη γενικα κρυβει μαγεια. Αλλα μια μαγεια που , που σου ξυπνα χαρα και αγαπη. Αλλα τι αξια εχουν ολα τα καλα συναισθηματα του κοσμου αν δεν μπορεις να τα μοιραστεις;

    Πλησιαζε ηδη καλοκαιρι και ειχε περασει ενας χρονος. Ενας χρονος απο τοτε που εχει να τον δει. Ενας χρονος μοναξιας τοσο για το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της λιμνης οσο και για το αγορι που ζουσε στο βουνο.

    Ετσι λοιπον. τον Ιουνιο και αφου η φυση ηταν ηδη πανεμορφη και το δασος πιο ακλο απο ποτε καθησε το κοριτσακι που ζουσε στον πατο της χρυσης λιμνης να φτιαξει τα αγαπημενα της κουλουρακια. Οχι μονο, πηγε και στην ροδια, εκοψε τα ροδια που φετος σαν να ειχαν βγει νωριτερα φετος και εφτιαξε και μια μεγαλη κανατα με χυρο απο ροδι.

    Όλα θυμιζαν εκεινη την μερα που ηταν στο βουνο. Μονο η μουσικη ελειπε. Μα για μισο λεπτο. Κι ομως ηταν σιγουρη πως απο καπου ακουγε στον αυλο. Ερχοταν κοντα της ο ηχος. το καταλαβαινε το νιωθε, δεν ηταν ψευδαισθηση. Ηταν αληθεια. Δεν μπορει...

    Βγηκε τρεχοντας στο δασος να δει απο που ερχοταν! Ηταν αυτος! Ειχε περασει ενας χρονος αλλα ηταν ακομα εκει, το εβλεπε, τον ακουγε.

    << Γεια, καλωσορισες>> ειπε δειλα

    << Γεια σου, συγγνωμη που αργησα. Ξερεις δεν ηταν ευκολο να ερθω να σε βρω. Ηταν ομως ευκολο να σε κρινω που δεν αφηνες το δασος αλλα δεν σκεφτηκα ο αμυαλος να κρινω τον εαυτο μου που δεν ειχε αφησει ποτε το βουνο>>

    <<Δεν σε κατηγορω για τιποτα>>

    << Γιατι απο την αρχη ειχες δικιο. Ο καθενας ειναι υπευθηνος για καποια δουλεια, εμενα η δικη μου ηταν να φροντιζω το βουνο, αλλα οταν σε γνωρισα καταλαβα οτι για μενα ηταν πιο σημαντικο να προσεχω εσενα, γιατι και αν ελειπα το βουνο δεν θα αλλαζε, θα ηταν ετσι με πετρες και δεντρα και καθε μερα θα με καλημεριζαν τα πουλια, αν ομως αλλαζες εσυ και εγω ελειπα, τοτε μπορει να ξαναγινοταν μωβ ο ουρανος>>

    << Τσιμπα με, τσιμπα σου λεω να δω αν ειναι αληθεια>>

    << Αληθεια ειναι>> ειπε και την αγκαλιασε!

    Εκεινη την ωρα ολα τα χρωματα του ουρανου ζωντανεψαν και απο τον πατο της λιμνης ξεφυτρωσε ενα σπιτι και η λιμνη εγινε εδαφος και βαφτηκε πρασινη. Και το βουνο....Μα που πηγε το βουνο;;

    Το βουνο δεν ηταν παρα στην φαντασια τους. Γιατι ακομα και το πιο ψηλο βουνο, το πιο πυκνο και μαγεμενο δασος, η πιο βαθεια λιμνη ή καποιοι ξυλινοι φιλοι δεν μπορουν να εμποδισουν την αληθινη αγαπη.

    ΤΕΛΟΣ...
     
     
     
     
     
     
     
     
     
    Για τον Φωτη που μου χαριζει τοση εμπνευση! Εμπνευση για παραμυθια....αληθινα παραμυθια!

    Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

    ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΠΡΙΓΚΗΠΑ.. γιατί όλα έχουν κανόνες..και όλοι ψάχνουμε καποιον να μας εξημερωσει..

    "Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.


    -Καλημέρα, είπε η αλεπού.

    -Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είδε τίποτα.

    -Εδώ είμαι, είπε μια φωνή, κάτω από τη μηλιά...

    -Ποια είσαι; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη...

    -Έλα να παίξεις μαζί μου, της προτείνε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος...

    -Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε με έχουν ημερώσει.

    -Α! με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκιπας.

    Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε:

    -Τι πάει να πει "ημερώσει;"

    -Εσύ δεν είσαι από εδώ, είπε η αλεπού, τι γυρεύεις;

    -Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι πάει να πει "ημερώσει;"

    -Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούνε. Μεγάλος μπελάς! Ανατρέφουν όμως και κότες. Αυτό είναι το μόνο τους όφελος. Κότες γυρεύεις;

    -Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τι πάει να πει "ημερώσει;"

    -Είναι κάτι που παραμεληθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει "να δημιουργείς δεσμούς...".

    -Να δημιουργείς δεσμούς;

    -Βεβαία, είπε η αλεπού. Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο με άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σε έχω ανάγκη. Μήτε και συ με έχεις ανάγκη. Για σένα δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως εσύ με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο...

    -Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πριγκιπας. Ξέρω ένα λουλούδι... νομίζω πως με ημέρωσε...

    -Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη γη τόσα περίεργα πράγματα...

    -Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

    Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:

    -Πάνω σε άλλο πλανήτη

    -Έχει κυνηγούς σε αυτόν τον πλανήτη;

    -Όχι.

    -Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;

    -Όχι

    Ξαναγύρισε όμως στην ιδέα της:

    -Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι'αυτό λοιπόν βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός από όλους τους άλλους. Τα άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω από τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω από την φωλιά μου, σαν μια μουσική.Κι ύστερα κοίτα!Βλεπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα με έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μου αρέσει να ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχια...

    Σώπασε η αλεπού και κοίταξε πολλή ώρα το μικρό πρίγκιπα.

    -Σε παρακαλώ... ημέρωσε με του είπε!

    -Θέλω βέβαια, της αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας, μα δεν με παίρνει ο καιρός. Έχω να ανακαλύψω φίλους και πολλά πράγματα να γνωρίσω.

    -Δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράγματα που ημερώνει, είπε η αλεπού άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τα αγοράζουν όλα έτοιμα στα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, ημέρωσε με!

    -Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

    -Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού. Θα καθίσεις πρώτα κάπως μακριά μου, έτσι στο χορτάρι. Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι'συ δε θα λες τίποτα. Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις. Αλλά κάθε μέρα, μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά...

    Την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μικρός πρίγκιπας."